καθυπερτερέω

καθυπερτερ-έω, Astrol., of planetary influences,
A prevail, Heph. Astr.1.16, Porph. in Ptol.188: c. gen., Ptol.Tetr.119: c. acc., overcome, Vett.Val.102.14, al.:—[voice] Pass., Ptol.Tetr.88 (but expld. by ἐπαναφερομένου PSI3.158.22): generally, c.gen., prevail over, ἐχθρῶν Vett. Val.11.8, cf.M.Ant.8.8, Man.6.687 (s.v.l.): abs., Herm. ap. Stob.1.42.7 (prob.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπερτερῇ — καθυπερτερέω prevail pres subj mp 2nd sg καθυπερτερέω prevail pres ind mp 2nd sg καθυπερτερέω prevail pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερήσουσιν — καθυπερτερέω prevail aor subj act 3rd pl (epic) καθυπερτερέω prevail fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καθυπερτερέω prevail fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερεῖ — καθυπερτερέω prevail pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καθυπερτερέω prevail pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερησάντων — καθυπερτερέω prevail aor part act masc/neut gen pl καθυπερτερέω prevail aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερουμένων — καθυπερτερέω prevail pres part mp fem gen pl (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres part mp masc/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτεροῦν — καθυπερτερέω prevail pres part act masc voc sg (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτεροῦντα — καθυπερτερέω prevail pres part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτεροῦσιν — καθυπερτερέω prevail pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερούντων — καθυπερτερέω prevail pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερῆται — καθυπερτερέω prevail pres subj mp 3rd sg καθυπερτερέω prevail pres ind mp 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερῶ — καθυπερτερέω prevail pres subj act 1st sg (attic epic doric) καθυπερτερέω prevail pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.